12:44 μ.μ.
0

Από την επεξεργασία στοιχείων για το 2007 της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων για τα φορολογικά δεδοµένα, προκύπτουν τα εξής συµπεράσµατα:
ΚΥΡΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1.     ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ (Πίνακας 1)
•    Πάνω από τις µισές ελληνικές οικογένειες (54,4%) δηλώνουν εισοδήµατα κάτω από το ατοµικό αφορολόγητο όριο των Ευρώ 12.000 ετησίως και έτσι δεν πληρώνουν καθόλου φόρο εισοδήµατος. Ο µέσος όρος εισοδηµάτων της κατηγορίας αυτής είναι Ευρώ 6.000 ετησίως, δηλαδή µέσο εισόδηµα Ευρώ 500 το µήνα.
•    Το 33% των ελληνικών οικογενειών δηλώνει ετήσιο εισόδηµα από Ευρώ 12.000 έως
•    30.000. Ο µέσος όρος εισοδηµάτων της κατηγορίας αυτής είναι Ευρώ 19.000 ετησίως, δηλαδή µέσο µηνιαίο εισόδηµα µικρότερο των Ευρώ 1.600 και αντιστοιχεί µέσος φόρος Ευρώ 1140 τον χρόνο.
•    Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το 90% περίπου των φορολογικών δηλώσεων είναι κάτω των Ευρώ
30000, έχει µέσο φορολογικό συντελεστή 4% και πληρώνει το 25% του συνολικού φόρου των φυσικών προσώπων. Το υπόλοιπο 75% του φόρου καταβάλλεται από το 10% των φορολογουµένων.
•    Μόνο το 2% των ελληνικών οικογενειών δηλώνει ετήσια εισοδήµατα µεγαλύτερα των Ευρώ 60.000. Αυτές οι οικογένειες καταβάλλουν το 34% του συνολικού φόρου εισοδήµατος φυσικών προσώπων.
•    Οι µισθωτοί και συνταξιούχοι δηλώνουν το 74% του συνολικού εισοδήµατος φυσικών προσώπων, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελµατίες µόλις το 4%.

2. ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ (Πίνακας 2)
Το 99,5% των επιχειρήσεων που παρακολουθούνται από τη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων, δηλαδή 202.418 µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν έως 5 άτοµα, πληρώνουν κατά µέσο όρο ετησίως φόρο
6.100 Ευρώ, όσο δηλαδή ένας µισθωτός υπάλληλος φορολογητέων αποδοχών 2.000 Ευρώ µηνιαίως.
Οι 1.500 µεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις µέσης απασχόλησης 350 ατόµων, πληρώνουν το 72,2% του συνολικού φόρου εισοδήµατος νοµικών προσώπων καταβάλλοντας έκαστη µέσο ετήσιο φόρο εισοδήµατος 2,2 εκατ. Ευρώ.
3. ΦΟΡΟ∆ΙΑΦΥΓΗ (Πίνακας 3)
•    Πλήθος µελετών (ΟΟΣΑ, ∆ΝΤ, ΤτΕ, ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ κ.λπ.) συγκλίνουν στην εκτίµηση ότι η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα µπορεί να πλησιάζει τα 30 δισ. ευρώ το χρόνο, δηλαδή περισσότερο από το εκκολαπτόµενο
έλλειµµα του προϋπολογισµού της Γενικής Κυβέρνησης φέτος.
•    Η σύλληψη αυτής της φοροδιαφυγής κατά 20 δισ. ευρώ θα µπορούσε είτε να µειώσει τους φόρους που καταβάλλουν όλοι οι φορολογούµενοι κατά 30% περίπου, είτε να εξαλείψει το δηµοσιονοµικό πρόβληµα της χώρας, είτε να επιτρέψει έναν συνδυασµό και των δύο.
Ειδικότερα συµπεράσµατα
1. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του πίνακα 1:
α. Σε σύνολο 5,5 εκατ. δηλώσεων τα 3 εκατ. δεν καταβάλλουν κανένα φόρο. Είναι τα εισοδήµατα που δηλώνονται ως κατώτερα των 12.000 Ευρώ..
β. Το 1,8 εκατ. που αφορά εισοδήµατα από Ευρώ 12.000 έως Ευρώ 30.000 καταβάλει το 25% των συνολικών εσόδων από το φόρο εισοδήµατος φυσικών προσώπων. Το ποσό αυτό δηλαδή, ανέρχεται σε Ευρώ 2 δισ. και συνεπάγεται µέσο ετήσιο φόρο Ευρώ 1.140 για κάθε φυσικό πρόσωπο/νοικοκυριό.
γ. Συνολικά, το 87,5% των φυσικών προσώπων/νοικοκυριών καλύπτει το 25,5% του σχετικού φόρου και καταβάλει ως φόρο το 4% του εισοδήµατός του.
δ. Τα 577.000 οικογένειες που δηλώνουν εισόδηµα από Ευρώ 30.000 έως Ευρώ
60.000 καλύπτουν το 41% του συνολικού φόρου και το καθένα καταβάλλει ως µέσο ετήσιο φόρο το 14,5% του εισοδήµατος του.
ε. Τέλος, τα 114.000 οικογένειες που δηλώνουν εισόδηµα πάνω από Ευρώ 60.000, αποτελούν το 2% του συνόλου, το ποσό που πληρώνουν καλύπτει το 34% του συνόλου του φορολογικού εσόδου από εισόδηµα φυσικών προσώπων και ανέρχεται στο 27% του εισοδήµατός τους.
στ. Συνολικά, στα 5,5 εκατ. δηλώσεων οι 700.000 καταβάλλουν το 75% του συνόλου των εσόδων από τη φορολογία φυσικών προσώπων/νοικοκυριών.

2. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του πίνακα 2:
α. Περίπου 1.500 επιχειρήσεις µε µέση απασχόληση 350 άτοµα, καλύπτουν το 72% των εσόδων από την φορολογία εισοδήµατος νοµικών προσώπων.
β. Περίπου 200.000 επιχειρήσεις µε µέση απασχόληση 5 άτοµα, καλύπτουν το υπόλοιπο 28% του συνόλου των εσόδων από τη φορολογία εισοδήµατος νοµικών προσώπων.
γ. Ο φόρος και των δύο κατηγοριών, εκφραζόµενος ως ποσοστό επί των κερδών είναι περίπου ίδιος: 27% για τις 1.500 και 25% για τις 200.000. δ. Σε απόλυτα µεγέθη οι 1.500 καταβάλλουν κάθε χρόνο κατά µέσο όρο Ευρώ 2,2 εκατ. η κάθε µία και οι 200.000 από Ευρώ 6.100 η κάθε µία.
3. Σύμφωνα µε στοιχεία της ΓΓΠΣ η μεγάλη πλειοψηφία των αυτοαπασχολούµενων και των αγροτών δηλώνει εισόδηµα στο όριο των Ευρώ 12000.

ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟ∆ΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Στοιχεία Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων, Στατιστικό ∆ελτίο Φορολογικών ∆εδοµένων Οικονοµικού Έτους 2007.
ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟ∆ΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
Στοιχεία Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων, Στατιστικό ∆ελτίο Φορολογικών ∆εδοµένων Οικονοµικού Έτους 2007.
ΠΙΝΑΚΑΣ 3
ΟΟΣΑ: Στην τελευταία έκθεσή του για την Ελλάδα (Ιούλιος 2009) αναφέρει ότι το µέγεθος παραοικονοµίας εκτιµάται µεταξύ 25% και 37% του ΑΕΠ. Οι εκτιµήσεις αυτές βασίζονται σε δικά του στοιχεία, αλλά και σε µελέτες ξένων και ελλήνων µελετητών (∆ανόπουλος, Κάτσιος, Τάτσος, Φλεβοτόµου, Ματσαγκάνης κ.α.). Στην παραπάνω έκθεση αναφέρεται επίσης ότι, σύµφωνα µε πρόσφατες εκτίµηση (Schneider 2009), το ποσοστό της παραοικονοµίας στην Ελλάδα σήµερα είναι στο 25% του ΑΕΠ, από 29% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας. Η εν λόγω έκθεση του ΟΟΣΑ κάνει αναφορά και σε εκτίµηση των Φλεβοτόµου και Ματσαγκάνη (2007), σύµφωνα µε την οποία ποσοστό 10% του εισοδήµατος δεν δηλώνεται µε αποτέλεσµα τα φορολογικά έσοδα να είναι µειωµένα κατά 26%.
∆ΝΤ: Σε ειδική έκθεσή του µε τίτλο «Hiding in the Shadows» (2002) αναφέρει ότι το ποσοστό παραοικονοµίας στην Ελλάδα την περίοδο 1999 – 2001 ήταν 30% του ΑΕΠ.
ΙΟΒΕ: Σε σχετική µελέτη (Τάτσος, «Παραοικονοµία και Φοροδιαφυγή στην Ελλάδα», 2001) υπολογίζεται το µέγεθος της παραοικονοµίας το 1997 στο 36,7% του ΑΕΠ. Σύµφωνα µε τη µεθοδολογία που περιγράφεται στη συγκεκριµένη µελέτη, το ύψος των µη καταβαλλόµενων φόρων που αντιστοιχούν σε αυτό το µέγεθος της παραοικονοµίας υπολογίζεται στο 14,6% του ΑΕΠ.
ΚΕΠΕ: Σε µελέτη του µε τίτλο «Παραοικονοµία και φοροδιαφυγή: Μετρήσεις και οικονοµικές επιπτώσεις» (Κανελλόπουλος, Κουσουλάκος, Ράπανος – 1995), συγκρίνοντας τη φορολογική βάση (ύψος και διάρθρωση της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης, όπως προκύπτει από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισµών και τους Εθνικούς Λογαριασµούς) µε τα αντίστοιχα πραγµατοποιηθέντα έσοδα από Φόρο Προστιθέµενης Αξίας (ΦΠΑ), έκανε εκτίµηση της φοροδιαφυγής στον ΦΠΑ για το 1988, την οποία εκτιµά για το σύνολο των κλάδων στο 38% των πραγµατικών φορολογικών εσόδων του αντίστοιχου έτους, ενώ διαπιστώνονται σηµαντικές διαφορές ως προς τη φοροδιαφυγή µεταξύ των κλάδων.
ΤτΕ: Στην τελευταία της Ενδιάµεση Έκθεση για τη Νοµισµατική Πολιτική (Οκτώβριος 2009) κάνει αναφορά στις µελέτες του ΙΟΒΕ (Τάτσος 2001) και του ΚΕΠΕ (Κανελλόπουλος, Κουσουλάκος, Ράπανος – 1995). Επιπλέον, στην έκθεσή της η ΤτΕ σηµειώνει ότι, σύµφωνα µε ενδείξεις από την πορεία των εσόδων, η φοροδιαφυγή σηµείωσε µεγάλη έξαρση τους τελευταίους δέκα περίπου µήνες, παρά τα µέτρα που είχαν θεσπιστεί για τον περιορισµό της τον Αύγουστο του 2007 και στις αρχές του 2008.
Ε.Ε.: Μελέτη για την περίοδο 2000-2006 εκτιµά ότι το ελληνικό κράτος δεν εισέπραξε το 30% του ποσού του Φ.Π.Α. που έπρεπε να µπει στο ταµείο του. Μόνο για το 2006 η φοροδιαφυγή από το Φ.Π.Α. εκτιµάται στα 6,5 δις Ευρώ.