9:35 π.μ.
0

Ο Γιάννης Ραγκούσης κρατάει στα χέρια του τις ελπίδες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για βαθιές μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία με δύο χαρτιά: τον εκλογικό νόμο και τον «Καποδίστρια 2».

Εχουν ήδη υπάρξει διαρροές για το περιεχόμενο του νέου εκλογικού νόμου, αλλά μάλλον είναι μακριά από την τελική μορφή που θα αποκτήσει. Για τον «Καποδίστρια 2» είναι γνωστά ακόμη λιγότερα, αλλά θεωρείται βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθεί η μελέτη και ο «χάρτης» με τα όρια περιφερειών και δήμων που έχει ήδη επεξεργαστεί η ΚΕΔΚΕ και έτσι δεν υπάρχει η ανάγκη για νέες διαβουλεύσεις. Αλλωστε, είναι μια ώριμη μεταρρύθμιση την οποία απλώς φοβήθηκε και ανέβαλε η κυβέρνηση της Ν.Δ.

Τα δύο ζητήματα συνδέονται, καθώς έχουν ως κοινό σημείο τις περιφέρειες στις οποίες θα χωρίζεται η χώρα, είτε για τα εκλογικά αποτελέσματα είτε για τους εκλεγμένους περιφερειάρχες. Να και το πρώτο ερώτημα: θα τολμήσει το ΠΑΣΟΚ και θα προλάβει ή θα βρει ως δικαιολογία το ότι δεν προλαβαίνει τις δημοτικές εκλογές του 2010 και θα αφήσει για αργότερα τη μεταρρύθμιση;


Το ζητούμενο με τον «Καποδίστρια 2»...

Σημαντικότερο από τα δύο για την ανάπτυξη της χώρας, της οικονομίας και της κοινωνίας είναι ο «Καποδίστριας 2», καθώς θα δημιουργηθούν δήμοι που θα είναι πλέον όλοι οικονομικά βιώσιμοι, αλλά και μητροπολιτικοί δήμοι που θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα προβλήματα των τεράστιων οικοδομικών συγκροτημάτων της πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης.

Το ερώτημα είναι αν οι μητροπολιτικοί δήμοι θα δημιουργηθούν με κυρίαρχο κριτήριο απλώς και μόνον τους εκλογικούς συνδυασμούς και την επιρροή των κομμάτων ή αν το κυρίαρχο κριτήριο θα είναι η αναπτυξιακή πορεία τους και το μέλλον. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει μέσα στα όρια των μητροπολιτικών δήμων να περιλαμβάνονται όχι μόνο χώροι κατοικίας, αλλά και οι χώροι οικονομικής δραστηριότητας των πολιτών (περιλαμβανομένης και της βιομηχανίας) καθώς και οι χώροι εξοχικής κατοικίας των πολιτών. Ιστορικά αυτές οι μεταρρυθμίσεις των δήμων (της Αττικής και όλης της Ελλάδας) ήταν που έδωσαν ώθηση και στην οικονομική τους ευρωστία, με αποτέλεσμα μερικές πόλεις της αρχαιότητας να γίνουν κράτη ή και αυτοκρατορίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η Αθήνα, η Σπάρτη, η Θήβα ή και η Ρώμη. Σε έναν αιώνα, οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις είχαν κάνει το θαύμα τους και είχαν δημιουργήσει υπερδυνάμεις.

Ο εκλογικός νόμος δεν έχει τις ίδιες μεγάλες φιλοδοξίες αλλά αποτελεί συστατικό του πολιτεύματος, κυρίως για τον τρόπο που βοηθάει να λύνονται οι (ταξικές) διαφορές και να λαμβάνονται οι αποφάσεις. Η φυσιολογική εξέλιξη της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας στην κεντρική Ευρώπη έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς πολυκομματικών κυβερνήσεων, καθώς τα κόμματα συνεργάζονται χωρίς ταμπού ή δημιουργούνται ρευστές πλειοψηφίες ανάλογα με το περιεχόμενο των νομοσχεδίων, όπου έχουμε προεδρικό σύστημα.

Οι πολυκομματικές κυβερνήσεις διαδέχθηκαν τον δικομματισμό που μάλλον εξήντλησε τα περιθώρια προσφοράς του, αλλά δεν αποκλείστηκε από το μέλλον, απλώς χρειάζεται πλέον θηριώδη ποσοστά για να επιτευχθεί.


...Και τον εκλογικό νόμο


Το κύριο ερώτημα είναι αν για να σχηματιστεί κυβέρνηση θα απαιτείται η πλειοψηφία των πολιτών (το 50% συν μία ψήφος) ή αν θα μπορεί να κυβερνά μια μειοψηφία του 40% ή του 42%. Στην Ελλάδα οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μιας μεγάλης μειοψηφίας έχουν νομιμοποιηθεί στη συνείδηση των πολιτών, όχι μόνον επειδή το θέλουν και συμφέρει τα δύο μεγάλα κόμματα, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, αλλά επειδή συμφωνεί και το μονίμως τρίτο κόμμα, δηλαδή το ΚΚΕ. Αποκλείοντας τη δική του συμμετοχή σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, νομιμοποιεί πολιτικά τις κυβερνήσεις μειοψηφίας στον λαό ώστε να εξασφαλίσει την ιδιότυπη δική του προστασία των κεκτημένων.

Ενώ δηλαδή έχει χαρακτηριστικά μάλλον ενός καλά οργανωμένου συνδικάτου, δεν επιθυμεί να καταλάβει την εξουσία (ή να συμμετέχει), πράγμα που είναι η επιδίωξη κάθε κόμματος. Αλλιώς δεν θα είχε ιδρυθεί. Το ΚΚΕ, και ειδικά η Αλέκα Παπαρήγα, θύμωσε όταν ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης χρησιμοποίησε τη φράση «μουσειακό είδος» για να το χαρακτηρίσει. Η αλήθεια είναι πως αν δεν είχε πίσω του την ιστορία που κουβαλάει από την ίδρυσή του, δηλαδή αν δεν ήταν στο παρελθόν το «μοναδικό» κόμμα της εργατικής τάξης που αναγνώριζε στην Ελλάδα η Τρίτη Διεθνής (η οποία εν τω μεταξύ διαλύθηκε), αμφιβάλλω αν θα σκέφτονταν οι σύγχρονοι κομμουνιστές να το ιδρύσουν. Είναι δηλαδή μάλλον ιστορική επιβίωση των διεθνών αναγκών του άλλοτε αντικαπιταλιστικού κινήματος του 20ού αιώνα, παρά εξυπηρετεί τις ανάγκες του 21ου αιώνα που διανύουμε.

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και η υστέρηση της πολιτικής. Ενώ οι πολίτες επιθυμούν τις κυβερνήσεις συνεργασίας (και αυτό θα δοκιμαστεί στις δημοτικές εκλογές του 2010), τα τρία μεγαλύτερα κόμματα προβληματίζονται μεν αλλά προτιμούν να διατηρήσουν το εκλογικό σύστημα του περασμένου αιώνα: το δικομματικό. Ο Ραγκούσης μπορεί να εισηγηθεί τη μεταρρύθμιση ή θα διστάσει να σουτάρει;