7:34 π.μ.
0

Η ανασυγκρότηση της γεωργικής παραγωγής και η αξιοποίηση του δυναμικού της βιομηχανίας τροφίμων είναι αναπόσπαστα κομμάτια του νέου οικονομικού μοντέλου που μπορεί να επαναφέρει την ελληνική οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά. Στόχος μιας
σύγχρονης πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης είναι να διατυπωθούν σαφείς, εφικτές και απλοποιημένες προτάσεις πολιτικής, στηριζόμενες στους άξονες της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας του διατροφικού εφοδιασμού, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στα γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα, αλλά και την γεωργική ανάπτυξη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές, πέραν της ΚΑΠ, όπως η πολιτική περιβάλλοντος, ενέργειας, καινοτομίας, πολιτισμού, ανταγωνιστικότητας, βιομηχανίας κλπ. Αυτό σημειώνεται, μεταξύ άλλων, στη μελέτη που παρουσίασε το απόγευμα της Τετάρτης, 23 Μαΐου, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), με άξονα τον εντοπισμό των κλάδων εκείνων της οικονομίας, οι οποίοι μπορούν να συνεισφέρουν στην έξοδο της Ελλάδας από την κρίση. Πρόκειται για πρωτοβουλία του ΣΕΒ που εντάσσεται στο πλαίσιο του έργου «Έρευνα στις Επιχειρήσεις για την Πρόβλεψη των Μεταβολών στα Περιφερειακά Παραγωγικά Συστήματα και τις Τοπικές Αγορές Εργασίας». Το έργο υλοποιούν το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ-ΕΒΕΟ).

Ειδικότερα για τα εμπόδια και τις προοπτικές στον αγροτικό τομέα η έκθεση του ΣΕΒ αναφέρει τα εξής:

Η νέα ΚΑΠ με ορίζοντα το 2020, προτείνει ένα νέο μοντέλο γεωργίας προσανατολισμένο στην αγορά, το οποίο θα βασίζεται στην αξιοποίηση της επιχειρηματικής λειτουργίας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, με σκοπό την επάρκεια και την κάλυψη των απαιτήσεων του καταναλωτή για ασφαλή και υγιεινά προϊόντα, σε ανταγωνιστικές τιμές.
Ανάμεσα στις βασικές αιτίες υστέρησης στην ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας συγκαταλέγονται: η αδυναμία προσανατολισμού της αγροτικής παραγωγής στις απαιτήσεις της αγοράς, το σχετικά μικρό μέγεθος της γεωργικής γης ανά εκμετάλλευση, η γήρανση και η αρνητική ηλικιακή διάρθρωση του αγροτικού πληθυσμού, η μη οργανωμένη και περιορισμένη είσοδος νέων στον αγροτικό τομέα, το σχετικά χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης και το έλλειμμα πληροφόρησης και ενημέρωσης, η κατακερματισμένη και ανομοιογενής προσφορά γεωργικών προϊόντων, η χαμηλή χρήση μηχανικών μέσων (π.χ. συλλογή ελιάς) και ο περιορισμένος εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής, η απουσία παρατήρησης και σχεδιασμού μιας αποτελεσματικής αγροτικής πολιτικής σε μακροχρόνια βάση, η απουσία επίβλεψης εφαρμογής των μαζικά επιδοτούμενων αγροτών, οι περιορισμένες σχέσεις και συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς της αλυσίδας τροφίμων, η απουσία στοχευμένης γεωργικής έρευνας κ.α.

Στις προτάσεις ενίσχυσης του αγροτικού τομέα συγκαταλέγονται:
  • ο επαναπροσδιορισμός των καλλιεργειών και η στοχοποίηση των τομέων, κλάδων και εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων με τη μεγαλύτερη ζήτηση, η προβολή και ενίσχυση του εξαγωγικού προφίλ μέσα από καινοτομίες προώθησης των τοπικών προϊόντων, η δημιουργία επωνυμίας και ταυτότητας (brand name), η έμφαση στη δημιουργία προϊόντων ποιότητας, η κατάλληλη τυποποίηση και συσκευασία,
  • ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής και η δημιουργία ενός νέου προτύπου αγρότη – επιχειρηματία με περισσότερα προσόντα, δεξιότητες και γνώσεις.
Επιπλέον, η δημιουργία ταχύρυθμων τμημάτων σε μεταλυκειακό επίπεδο με δίπλωμα ειδίκευσης, η ενίσχυση συνεργασίας και συνέργιας του αγροτικού κόσμου με τη μεταποίηση, μέσα από τη συμβολαιακή γεωργία, η άμεση πώληση των προϊόντων της εκμετάλλευσης/ επιχείρησης μέσα από τη δημιουργία τοπικών αγορών αγροτών, η ανάπτυξη της δικτύωσης στην οργανωμένη της μορφή σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο κ.α. συνιστούν περαιτέρω επιμέρους προτάσεις για την εύρωστη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα.

Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο των προτάσεων ενίσχυσης του αγροτικού τομέα και της σύνδεσής του με τη μεταποίηση, έχει η έγκαιρη πληροφόρηση και η ορθή ενημέρωση των αγροτών, με σκοπό την ευαισθητοποίησή τους στον άξονα της καινοτομικής αντίληψης, της υιοθέτησης και χρήσης νέων τεχνολογιών και της υπόδειξης «έξυπνων» επενδυτικών ευκαιριών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη δημιουργία ενός Παρατηρητηρίου / κέντρου ή κέντρων συμβουλευτικής δομής και επιμόρφωσης, με την παράλληλη συμμετοχή ιδιωτικών και κρατικών φορέων.

Ανάγκη εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου τροφίμων και ποτών

Το θεσμικό πλαίσιο για τον επίσημο έλεγχο τροφίμων και ποτών είναι αρκετά περίπλοκο, κατακερματισμένο και σε πολλά σημεία του παρωχημένο, χωρίς ευέλικτη μεθοδολογία, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχουν πολλές συναρμόδιες ελεγκτικές αρχές, με κατακερματισμένες αρμοδιότητες και ανεπαρκή συντονισμό δράσεων και αποφάσεων.
Στο πλαίσιο των προτάσεων αντιμετώπισης των θεσμικών δυσλειτουργιών του κλάδου, εντάσσεται η αναθεώρηση και ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου, με τη διαρκή επικαιροποίηση και εναρμόνισή του με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η ενοποίηση των πολλών και διαφόρων νομοθετικών πλαισίων σε ένα ενιαίο, κωδικοποιημένο πλαίσιο, η ενεργός συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και η ουσιαστική εκπροσώπησή του στη διαδικασία λήψης ρυθμιστικών και νομοθετικών αποφάσεων, η μακροχρόνια οργάνωση, σχεδιασμός και καθορισμός στρατηγικής ελέγχου των επιχειρήσεων από ένα ενιαίο σύγχρονο και κατάλληλα καταρτισμένο εποπτικό φορέα για το σύνολο του κλάδου κ.α.

Στρατηγικοί στόχοι και προϋποθέσεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο στην αλυσίδα τροφίμων και βιο-αγροδιατροφής

Το ζητούμενο για μια ορθή πολιτική στήριξης και προώθησης του τομέα είναι να αντιμετωπίζεται ως ένας ενιαίος χώρος, από τον σπόρο και το αγρόκτημα μέχρι τη μεταποίηση και το τελικό ράφι, με τρόπο ώστε να διαμορφωθεί ένα κοινό για τις επιχειρήσεις του κλάδου όραμα και μια κοινή αναπτυξιακή προοπτική για τα ελληνικά τρόφιμα.
Αξιοποιώντας τα μοναδικά εδαφο-κλιματικά στοιχεία της Ελλάδας, τα οποία της δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή συγκεκριμένων τοπικών προϊόντων, καθοριστική διάσταση της αναπτυξιακής στρατηγικής του τομέα αποτελεί η μικρότερης κλίμακας παραγωγή προϊόντων με εκλεκτά όμως χαρακτηριστικά, υψηλή ποιότητα και προστιθέμενη αξία. Σε αυτήν την περίπτωση, τα στρατηγικά πλεονεκτήματα δεν στηρίζονται τόσο στη μείωση του κόστους μέσα από οικονομίες κλίμακας μιας μαζικής παραγωγής, αλλά στην καινοτομία μέσα από τη διαφοροποίηση και την προβολή της ποιότητας και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών.

Σε σχέση τόσο με τη μικρότερης, όσο και με τη μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγή τροφίμων εγχωρίως, αποκτά ιδιαίτερη σημασία αυτή να στηριχθεί από τη μεγαλύτερη διάδοση και ενίσχυση των συμβολαιακών, πιστοποιημένων καλλιεργειών. Η συμβολαιακή γεωργία συνιστά βέλτιστη πρακτική σύνδεσης του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, εξασφαλίζοντας την πρώτη ύλη στη μεταποίηση, μέσα από μια οργανωμένη διαδικασία που ωφελεί ταυτόχρονα τον αγρότη και τον παραγωγό. Η επιστροφή στην εγχώρια παραγωγή βασικών πρώτων υλών αποτελεί στόχο ο οποίος καθίσταται περισσότερο εφικτός μέσα από τη συμβολαιακή γεωργία


Σημαντικές προϋποθέσεις για τους στόχους αυτούς είναι η αποτελεσματική σύνδεση των παραγωγικών φορέων, η δημιουργία συνεργασιών στη βάση βέλτιστης λειτουργίας τροφοδοτικών αλυσίδων «από το χωράφι στο ράφι», στρατηγικών συμμαχιών και συνεργατικών σχηματισμών επιχειρήσεων – κλάστερς (παραδοσιακής ή έξυπνης εκδοχής τους η οποία ενσωματώνει καθετοποιημένα τη χρήση νέων τεχνολογιών), από την αγροτική παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση και τα κανάλια διανομής και διάθεσης, ο συντονισμός και η συνεργασία μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων στον πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα και το χτίσιμο εμπιστοσύνης με τον καταναλωτή, μέσα από ένα περισσότερο γόνιμο επιχειρηματικό περιβάλλον.


Προς την κατεύθυνση αυτή, το κράτος θα πρέπει να έχει το χαρακτήρα αρωγού, καθορίζοντας πολιτικές με δυναμική προοπτική, συνέπεια και αποτελεσματικό σχεδιασμό, οι οποίες θα έχουν θετικές επιπτώσεις στην παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη και τον ενεργό ρόλο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.


Θεμελιώδους σημασία είναι η προώθηση του προτύπου της ελληνικής/ μεσογειακής κουζίνας και προτύπου διατροφής, εγχωρίως και στο εξωτερικό, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις επιστημονικά τεκμηριωμένες ευεργετικές ιδιότητές της και τις ποικίλες μελέτες που δείχνουν ότι τα βασικά συστατικά της ελληνικής /μεσογειακής διατροφής, όπως το ελαιόλαδο, τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα και ανεπεξέργαστα δημητριακά, η μεγαλύτερη κατανάλωση ψαριού σε σχέση με το κρέας, αλλά και τα ευεργετικά βότανα όπως η ρίγανη, συνδέονται άρρηκτα με την καλή υγεία και την ευζωία.


Στο πλαίσιο της προβολής της ελληνικής διατροφής και των ελληνικών προϊόντων, αποκτά μείζονα σημασία η σύνδεσή της με τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών στα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και εν γένει τον τουρισμό. Η αποτελεσματική σύνδεση διατροφής και τουρισμού αποτελεί βασικό μέσο και προϋπόθεση για την ανάδειξη των ελληνικών προϊόντων, δημιουργώντας και αυτό προστιθέμενη αξία και αναπτυξιακή δυναμική στο φάσμα της παραγωγής τροφίμων.

http://www.agrotypos.gr